Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

Παίξε, πέσε κάτω, κυλήσου!

Ήταν ένα άθλιο ροζ συνολάκι, το κονόμησα απ' τη θεία μου την Αλέκα την άνοιξη του '74. Εγώ όμως το λάτρευα, ήταν ροζ και οι βασιλοπούλες φορούν ροζ μακρύ φόρεμα με γαλάζια λουλούδια ή -εναλλακτικά στις μεγάλες γιορτές- λαμέ χρυσαφί ή ασημί ή και τα δυο, π.χ. χρυσό φόρεμα με ασημένια κάπα.

Η μάνα μου είχε να το λέει πόσο πρόσεχα τα παιχνίδια μου, δεν τα κακομεταχειριζόμουν ποτέ· κατά βάσιν δε μου επέτρεπε να παίζω με τα παιχνίδια μου, τα έβγαζα από το κουτί τους μόνο, τα στόλιζα, τα κοίταζα, έπληττα, τα ξανάβαζα στο κουτί τους και μετά στο ράφι της ντουλάπας που προοριζόταν για τα παιχνίδια. 



Εξαίρεση ήταν "Το Παλαιοπωλείο". Το Παλαιοπωλείο ήταν ένα μεγάλο ξεχαρβαλωμένο καλάθι βαμμένο με λαδομπογιά καφέ και κίτρινο, ματισμένο με σπάγγο. Μέσα είχε τα αυτοκινητάκια που έβαζε δέλεαρ το κουτί της Οβομαλτίνης και του μουρουνόλαδου, γκαζές, καλειδοσκόπια, κουδούνια χωρίς γλωσσίδι, στρακαστρούκες, καναδυό τάκα τάκα που είχε απαγορεύσει η χούντα, μερικά στρατιωτάκια, κουτιά άδεια, πλαστικά βραχιόλια που μου έφερνε με το σωρό απ' τη φαρμακοβιομηχανία που δούλευε η νονά μου, άδεια μπουκαλάκια από κολόνιες και φάρμακα ή καραμούζες και μια πλαστική κιθάρα με κομμένα τέλια. Αυτά μπορούσα να τα κάνω ό,τι θέλω, μπορούσα και να τα παίξω. Με αποζημίωσαν, γιατί μου χάρισαν ωραία ταξιδέματα, κυρίως οι γκαζές, όταν από μέσα τους κοιτούσα το φεγγάρι.

Στις επισκέψεις ήμουν τύπος και υπογραμμός. Όπου μ' έβαζες, καθόμουν, συχνά χωρίς να κουνηθώ για ώρες. Ήμουν ευγενική, ήσυχη, σιωπηλή -εκτός των ωρών που με έβαζαν να απαγγείλω ένα ποίημα, που το έλεγα θεατρικά, με  τις σωστές παύσεις στα κόμματα και στις τελείες. Κοντολογίς, ήμουν το παιδί "Να-μας-ξανάρθετε".

Σε μια τέτοια επίσκεψη στη θεία Αλέκα ανακοινώνει η μάνα μου "και θα της φορέσω τα καλά της, να την πάω επιτέλους στην Παιδική Χαρά του Σκυλίτση, δεν αξιώθηκα ακόμη να την πάω". Το μόνο που ήξερα για τον Σκυλίτση ήταν οι οδοκαθαριστές που τους είχε ντύσει παγωτατζήδες, είχα δει και καμπόσους, νύχτα, γυρνώντας  με τη μάνα μου από κάποιους "Να-μας-ξανάρθετε" στον Πειραιά.

Κι έρχεται η αποφράς ημέρα. Και φοράω τη ροζ κουστουμιά και παίρνουμε το τρόλεϊ και βγήκαμε Φάληρο. Στην παιδική χαρά δεν υπήρχε ψυχή ζώσα, μόνο εγώ με τις τεράστιες τσουλήθρες και τους κύβους και τα σκάμματα με την άμμο κι η εντολή "Παίξε, πέσε κάτω, κυλήσου ελεύθερα στην άμμο!" Κι εγώ δεν ήθελα, αλλά έπεφτα κάτω και κυλιόμουν, μην παρακούσω τη μαμά.

Γυρίσαμε σπίτι και τότε έπεσε κι η ανακοίνωση στη γιαγιά: "Έπαιξε και κυλίστηκε, πολύ το ευχαριστήθηκε!"


© Ελένη Καλλιανέζου, Toftlund, Παρασκευή 21 Απριλίου 2017


buzz it!

Δεν υπάρχουν σχόλια: