Τρίτη, 31 Μαΐου 2011

Το μαγικό σακάκι

Ζούσε λέει μια φορά ένας άντρας ταλαίπωρος που τονε λέγαν Γιάννη, που μόλις έπιανε ψιλή βροχή δέκα λεύγες μακριά, μούσκευε. Σαν έπιανε φωτιά σ’ άλλη χώρα, καιγότανε. Όταν δέρνανε παιδιά σ’ άλλη γειτονιά, πόναγε, κι όταν ένας γέροντας δυσκολευότανε στο περπάτημα ούτε κι αυτός δεν μπορούσε να σαλέψει.

Μια μέρα, δεν άντεξε άλλο τον πόνο και και μια και δυο κίνησε να βρει έναν ερημίτη που ζούσε ψηλά σε μια βουνοκορφή, που είχε το χάρισμα να μιλάει με τα στοιχειά της φύσης κι έπαιρνε απ’ αυτά απάντηση.

-Το και το, λέει ο Γιάννης στο γέροντα και τότε εκείνος του απάντησε:

-Τράβα να βρεις αυτήνα που υφαίνει τα πεπρωμένα. Έχει υφάνει ένα σακάκι που σαν το φορείς και πιάνει ψιλή βροχή δέκα λεύγες μακριά ή πάνω απ’ την κεφαλή σου, δεν μουσκεύεις. Όταν πιάνει φωτιά σ’ άλλη χώρα ή στο σπίτι σου, δεν καίγεσαι. Όταν δέρνουν παιδιά σ’ άλλες γειτονιές ή εσένα, δεν πονάς. Κι όταν ένας γέροντας δυσκολεύεται στο περπάτημα, τότε όλοι όσοι δυσκολεύονται να σαλέψουν, περπατούνε.

Περάσανε μήνες και χρόνια κι έβρισκε ο Γιάννης υφάντρες τεχνίτρες στα ξόμπλια και στα σχέδια και στην τέχνη, αλλά αυτήν που ύφαινε τα πεπρωμένα δεν μπόραε να βρει. Και σ’ όλες παράγγελνε σακάκια μαγικά, όμως μόλις έπιανε ψιλή βροχή δέκα λεύγες μακριά, μούσκευε. Σαν έπιανε φωτιά σ’ άλλη χώρα, καιγότανε. Όταν δέρνανε παιδιά σ’ άλλη γειτονιά, πόναγε, κι όταν ένας γέροντας δυσκολευότανε στο περπάτημα ούτε κι αυτός δεν μπορούσε να σαλέψει.

Κάποια μέρα, σε βαθύ γήρας ο Γιάννης –ίσα που κατάφερνε να πάρει τα ποδάρια του- έφτασε χωρίς να πολυκαταλάβει πώς και στο σπίτι της υφάντρας που υφαίνει τα πεπρωμένα.

Και της διηγήθηκε ο Γιάννης τη ζωή του και του ῤιξε εκείνη στους ώμους το μαγικό σακάκι, κι άρχισε κι ο Γιάννης να μην αισθάνεται πια πόνο, ακόμα κι όταν πολεμούσε να φέρει στη θύμησή του ό,τι παλιά τον πονούσε. Κι είδε κόσμο ξαφνικά γύρω του που ρώταγε πού τάχα να ‘χει βάλει την ταυτότητά του, γιατί αλλιώς δε θα μπορούσαν να φροντίσουν τα της κηδείας του. Και μόλις τότε κατάλαβε πως πέθανε και ρώτησε την υφάντρα των πεπρωμένων κι εκείνη του έδειξε το σακάκι. Και μ’ όσες δυνάμεις του απέμειναν το πέταξε τότε από πάνω του κι ένοιωσε τη νιότη του να ξαναγυρνά με ορμή, αλλά διπλώθηκε ξαφνικά στα δυο, γιατί του ‘φερνε ρίγη μια ψιλή βροχή δέκα λεύγες μακριά και κάψιμο στα σωθικά μια φωτιά σ’ άλλη χώρα και πόνεσε κι ούτε μπορούσε για κάμποσο να σαλέψει.

Μέχρι που χάραξε η μέρα κι έφτασε πίσω στο χωριό του και πέρασε απ’τη γειτονιά του ένα κορίτσι και το πόθησε πολύ και κάποιοι φίλοι του τον κάλεσαν για κρασί το βραδάκι και τότε γέλασε με μιαν άγρια χαρά κι ούτε που ήθελε πια να φορέσει το μαγικό σακάκι και μήτε ξανάψαξε να το βρει, αν και μούσκευε συχνά – πυκνά και καιγόταν, όπως και παλιά.


Γι' αυτούς που δε λεξιπορνεύουν τις αλεξιθυμίες τους.

© Ελένη Καλλιανέζου, 31 Μαΐου 2011, Σταθερά στη Γη των Υπορβορείων -που τείνει να γίνει Γη μου, μέχρι να κινήσω γι’ αλλού.

buzz it!

Δεν υπάρχουν σχόλια: