Τετάρτη, 29 Απριλίου 2009

Εt ego in Purgatorio…



Την απόδραση τη σκεφτόμουν καιρό, αλλά όταν παίρναμε κάποιο ρεπό απ’ τη δουλειά μελετούσα τις πιθανές εξόδους. Οι τρύπες στη γη ελάχιστες κι η πιο γνωστή και λιγότερο επικίνδυνη ήταν αυτή που φύλαγε ο Κέρβερος, ο σκύλος με τα τρία κεφάλια. Σε κάποια στιγμή απελπισίας είπα να πεθάνω να τελειώνουμε, αλλά ύστερα θυμήθηκα ότι ήμουν ήδη πεθαμένη εδώ και τέσσερα χρόνια. Πήρα το μονοπάτι για εκεί και για να μη γίνω στόχος περπατούσα με το βλέμμα άδειο και απλανές όπως οι υπόλοιποι νεκροί. (Ποτέ μου δεν απέκτησα το βλέμμα των νεκρών, γιατί κι εδώ ήμουν όμοια παρείσακτη όπως και στη χώρα των ζωντανών κι αυτό με έκανε εύκολα στόχο και με κοιτούσαν τα θηρία καχύποπτα).




Codex Gigas ή Devil's Bible, 13oς αιώνας, σπανιότατο χειρόγραφο. Γράφτηκε στο Μοναστήρι Βενεδεκτίνων του Podlažice στη Βοημία και διατηρείται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Στοκχόλμης.


Όταν έφτασα στην είσοδο πέταξα στο σκυλί που αλυχτούσε το βραδυνό μου που το είχα φυλάξει για το ταξίδι κι ύστερα βάλθηκα να παίζω στο φλάουτο την άρια απ’ τον Ορφέα του Γκλουκ “J’ ai perdu mon Euridice”, δεν ξέρω κατά πόσον έπειθα για Ορφέας, αλλά ήταν το μόνο πράγμα που μου πέρασε απ’ το μυαλό εκείνη τη στιγμή.

Ο σκύλος δε σάλεψε κι εγώ ούτε που γύρισα να τον κοιτάξω, αλλά έβαλα όλη μου την τέχνη στην τρίλια της άριας κι έφτασα στο στόμιο, πετάω το φλάουτο στο σακίδιο κι άρχισα να αναρριχώμαι επάνω όσο πιο γρήγορα μπορούσα γρατζουνώντας χέρια και γόνατα, ένοιωσα τσούξιμο, μάτωσα κι αίμα άρχισε να τρέχει απ’ τις πληγές μου, που μ’ έκανε να απορώ, γιατί οι πεθαμένοι δεν έχουν αίμα. Τότε μου πέρασε απ’ το μυαλό η τρελή ιδέα πως τάχα δεν ήμουν νεκρή, πως ήμουν ζωντανή, πως κατά λάθος βρέθηκα στο βασίλειο των σκιών, γι’ αυτό και η απόδραση δεν ήταν τόσο δύσκολη.

Έφτασα στη λίμνη που τη σκέπαζε ομίχλη, μακρυά στο βάθος ο βαρκάρης κανόνιζε τις καινούργιες αφίξεις, δεν ήθελα να πάρω τη βάρκα, εξάλλου δε μου είχαν περισσέψει καθόλου όβολα. Βάλθηκα να κολυμπώ, αλλά απόκαμα και βάρυνα και τα μαλλιά μου βρεγμένα μου μπαίναν στα ρουθούνια κι είπα «τι βλακεία να καπνίζω όσο ζούσα, αλλά πιθανόν να είμαι ακόμη ζωντανή, οπότε υπάρχει καιρός να κολυμπώ στην Αχερουσία πιο άνετα, όταν θα έρθει η ώρα μου να πεθάνω».



Ξάπλωσα ανάσκελα κι είπα πάλι καλά που η λίμνη δεν έχει καρχαρίες και τίποτα ζωντανό σ’ αυτήν δεν κολυμπά, αλλά ύστερα θυμήθηκα τα νεκρά θηρία που πολλές φορές καταβρόχθισαν τις ψυχές που έπεφταν στα νερά, αλλά δεν είχα να χάσω και πολλά και βάλθηκα να κοιτάζω τον έναστρο ουρανό∙ οι αστερισμοί διαγράφονταν με εξαιρετική καθαρότητα κι είδα τη Μεγάλη Άρκτο και το Βοώτη και λίγο πιο πέρα την κόμη της Βερενίκης να φωτίζει τους ουρανούς και να τους κάνει όλους μια φλόγα καθαγιασμένους από το φωτοστέφανο που έγινε ένα με την κόμη, όταν η Βερενίκη αφιέρωσε τα κοκκινόξανθη πλεξούδα της στην Αφροδίτη.




Johann Bayer, Uranometria : omnium asterismorum continens schemata, nova methodo delineata, aereis laminis expressa, Augsburg 1603, Bιβλιοθήκη -United States Naval Observatory



Τότε ξαφνικά συνέβη το απίστευτο: ο Πλατύπους μου ο Περιττοδάκτυλος, το αγαπημένο μου ντροπαλό κατοικίδιο εμφανίζεται απ’ το πουθενά και δίνει μια βουτιά στα νερά και με παίρνει στην πλάτη του κολυμπώντας βουρ! για την κοντινότερη ακτή, κι ένοιωσα μια απέραντη χαρά που τον ξανάβλεπα, κι όταν επιτέλους φτάσαμε στην παραλία δεν ήξερα πώς να τον ευχαριστήσω και μια έβαζα τα γέλια και μια τα κλάματα, ψελλίζοντας κάτι σαν «ευχαριστώ» και «μα, πως...» και «δεν...», «αλλά, για πες, συγγνώμη, ξέρεις...» και τότε εκείνος γύρισε και λέει το γνωστό του:

-Είναι περιττόν!

Κι αισθάνθηκα να μικραίνω και να μικραίνω, όπως τότε που μ’ έπιανε εκείνος απ’ το φουστανάκι κι εγώ έπιανα το παντελόνι του πατέρα μου κι ο πατέρας μου έπιανε τον κόσμο απ’ το μανίκι μ’ ένα χαμόγελο άνεσης και μ’ ένα «χαίρετε, τι κάνετε; Καλά ευχαριστώ!» κι ήθελα να ξαναδώ τον πατέρα μου και να κρυφτώ πίσω απ’ το παντελόνι του, μα ύστερα θυμήθηκα πως εκείνος είναι σίγουρα πεθαμένος, αν κι εγώ δεν τον είδα ούτε μια φορά στα εργοτάξια της Χώρας των Νεκρών. Σκέφτηκα πως ίσως τον έχουν μεταθέσει σε άλλο τμήμα, όπως και τη μητέρα μου που την είδα σκαστή μια φορά σ’ ένα διάλειμμα, όμως ούτε με γνώρισε ούτε μου μίλησε, μόνο χαμογελούσε μ’ ένα χαμόγελο καλοκάγαθο και μισοηλίθιο, κάτι φαίνεται της ρίχνουν στο φαγητό της και ξεχνάει.

Και χάιδευα τον πλατύποδα κι εκείνος μου τριβόταν και μετά μου λέει:

-Τόσο πολύ είναι περιττόν, θα με κατσιάσεις!

Κι εγώ χαμογέλασα κι ήθελα να κουρνιάσω σε μια γωνιά του καναπέ τυλιγμένη στη ροζ κουβερτούλα μου αγκαλιά με το μαξιλάρι, να με πάρει η Μεγάλη Μητέρα αγκαλιά να με νανουρήσει, ν’ αποκοιμηθώ, να ξεχάσω για λίγο –τόσο δα!- τον πόνο που κατάπια με μεγάλες γουλιές και μου ‘πεσε στο στομάχι βαρύς προκαλώντας μου φούσκωμα.

Μα αποκαμωμένη απ’ το κολύμπι και την αναρρίχηση απ’ τα Τάρταρα έπεσα πάνω στην άμμο κι ήταν ζεστουλή κι ύστερα έπεσε κι Πλατύπους μου ο Περιττοδάκτυλος επάνω μου και με ζέστανε.




Η Ώρα της Κρίσης, Εικονογράφηση μεσαιωνικού χειρογράφου, από το Βιβλίο των Ωρών, Πανεπιστήμιο Εδιμβούργου.


Tην άλλη μέρα βγήκε ο ήλιος, χλωμός μέσα από σύννεφα και ατελής, αλλά ήλιος. Είχα να τον δω μέρες. Γρήγορα κατάλαβα ότι βρισκόμασταν σε νησί και μάλιστα μικρό. Το γύριζες όλο μέχρι να πεις κύμινο. Στη μέση ήταν χτισμένη μια πολυκατοικία, έψαξα να βρω κάποιο κουδούνι να πατήσω, δεν είδα ονόματα, μόνο γραμμένα τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα: λαιμαργία, λαγνεία, απληστίαα, ακηδία, φθόνος, οργή, αλαζονεία...

Δεν ήξερα ποιο απ’ όλα να πατήσω, δε θα μπορούσα εξάλλου με απολυτότητα να πω ότι κάποιο με χαρακτήριζε, εκτός ίσως της ακηδίας τα τελευταία χρόνια, αλλά έφταιγαν τα μεταλλαγμένα τρόφιμα στην αγορά και η ακρίβεια, (μηκέτι καιρός για ακήρατες τροφές) μπορούσες να βρεις καλύτερη προϊόντα μόνο όταν απευθυνόσουν σε μαυραγορίτες, κυκλοφορούσαν κάποιοι στην πιάτσα, Βίκινγκς – Ισλανδοί.

Όμως, η πόρτα άνοιξε και είχε θυρωρό.

Ζήτησα όσο πιο ευγενικά μπορούσα κάποιες πληροφορίες, είπα είμαι ξένη, ρώτησα να μάθω το όνομα του νησιού και το λόγο ύπαρξης του οικοδομήματος κι έμαθα ότι είναι το Καθαρτήριο. Δεν υπήρχε ασανσέρ, οι σκάλες ήταν παλιές και βρώμικες, όμως, όπως είδα τα διαμερίσματα μέσα ήταν ανακαινισμένα. Μου παραχώρησαν προσωρινά το δώμα στην ταράτσα όπου έβαζαν τα ξεχαρβαλωμένα έπιπλα και τις παλιές μηχανές, δεν ήταν άσχημα∙ δεν είχε βέβαια θέρμανση, αλλά ήταν ακόμη καλοκαίρι κι ούτε μπορούσες να πεις ότι η ζέστη ήταν τόση που να χρειάζεται κλιματιστικό. Έτσι, στρώθηκα στη φασίνα για να φτιάξω το περιβάλλον μου όσο γινόταν πιο ευχάριστο, μέχρι να έρθει ο Διευθυντής (έλειπε μου είπαν σε διάσκεψη στο εξωτερικό, κάτι για οικονομική κρίση έπιασε το αυτί μου, δεν πολυκατάλαβα, εξάλλου ο θυρωρός μιλούσε διάλεκτο της Νότιας Γιουτλάνδης).



© Eλένη Καλλιανέζου, Vejen 28-29 Απριλίου 2009

buzz it!

9 σχόλια:

"Δημήτριος ο Ταξιδευτής" είπε...

πολυ καλο..αν και προς το τελος ησουν κουρασμενη απο την ολη προσπαθεια και χτυπαγες αλλα αντι αλλων στο κλειδοκυμβαλο...
στα αμαρτηματα μου ξεχασες την αμαθεια...

τωρα σοβαρα
τα εκδιδεις τα εχεις εκδοσει μπορει καποιος να τα βρει μαζεμενα καπου εκτος απο εδω

habilis είπε...

!!!
Αντε χάσου .
Εγώ θέλω να πάω σε χρόνο dt.
Αντε για να σου κάνω την χάρη την ώρα που βλέπω ένα όνειρο στήν κρεβατάρα μου μεσάνυχτα.

Αστερόεσσα είπε...

@ Δημήτριε,
Έχει εκδοθεί αυτό από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα κι αυτό από τις εκδόσεις Νεφέλη. Είναι πιθανόν να σταχυολογήσω και κάτι απ' αυτό το ιστολόγιο, να το δουλέψω και να το στείλω να δοκιμάσει τη μοίρα του τυπωμένο.

Αν και ό,τι έγραψα μου μοιάζει tale quale. Προσπαθεί ν' ανοίξει δρόμο μοναχό του χωρίς δημόσιες σχέσεις. Όταν βγήκε "Ο Ερωτευμένος Ιππόκαμπος" δεν του έκανα καν παρουσίαση. Λάθος μου, αν και οι εκδότες το πρόσφεραν στα ατού. Πάλι τότε ήμουν χαμένη στην κοσμάρα μου.



@ habilis,
Γιατί να κάνεις όλο το δρόμο, έστω και σε χρόνο dt για Κόλαση ή Καθαρτήριο, όταν το όνειρο σου δίνει το πλεονέκτημα να ταξιδέψεις κατευθείαν για Παράδεισο;

__________________________________


Αυτό το ιστολόγιο κλείνει σήμερα ένα χρόνο.

Θερμά ευχαριστώ σε όσους έρχονται εδώ για καφέ και λουκουμάκι είτε είναι ομιλητικοί είτε όχι! ~☺~

"Δημήτριος ο Ταξιδευτής" είπε...

χρονια πολλα....
στο ιστολογιο...
=============================
το tale quale πως το εννοεις;
με την ιταλικη εννοια;
η
με την ελληνικη ιδιωματικη;

=============================
λουκουμακι μαστιχα εχετε;
δοθηκε παραγγελια για τον Ιπποκαμπο.

Αστερόεσσα είπε...

1. A, γεια σου! Το 10% της λιανικής του είναι τα συγγραφικά μου! Ισούται με ένα λίτρο γάλα της Arla σε προσφορά!

2. Το tale quale νόμιζα πως ήξερα πώς το εννοώ, αλλά τώρα με μπέρδεψες!

3. Λουκούμι μαστίχα δε θα έχουμε; Αυτό και το τριαντάφυλλο είναι η αδυναμία μας!

4. Ευχαριστούμε διά τα ευχάς!

Αστερόεσσα είπε...

Χμμμ, μου μπήκαν ιδέες πάλι. Το επόμενο βιβλίο μου θα το βγάλω και σε video game. "Πυροβολάτε τη μάγισσα Κατίγκω και κερδίστε πόντους!", "Αΐχα! Γιούργια στην Παιδοφάγο, στείλτε την στο μπουντρούμι", τέτοια.

Αλλά θέλω σπόνσορα. Κανένας καλός, φιλότεχνος, ανιδιοτελής άνθρωπος μας περισσεύει ή μπα;

Αστερόεσσα είπε...

Ουπς! Λάθος!

60 σεντς του ευρώ δεν είναι 6 κορώνες! Άρα, για ένα λίτρο γάλα σε τιμή προσφοράς πρέπει να ερωτευθούν περίπου ενάμισης ιππόκαμπος... και με την προϋπόθεση να έχεις την αγελαδίτσα κολλητή.

Μανίκι! Κι είναι και σπάνιο είδος και ειδικά ο hippocampus guttulatus που επέλεξα, φτου...

Ασκαρδαμυκτί είπε...

Μωρέ καλά έλεγα εγώ πως γεννήθηκες για ... έκδοση!

Αστερόεσσα είπε...

Ε, πέστο μου κι εμένα, βρε Άσκαρ!
Τι το κρατάς μυστικό και κάθομαι κι αναρωτιέμαι 41 χρόνια, 6 μήνες, 21 μέρες, 16 ώρες και 40 λεπτά για τι πράγμα γεννήθηκα!