Πέμπτη, 2 Απριλίου 2009

Βρίσκοντας στο σπίτι πενταράκια, γριούλες, γεροντάκια που δεν έχουνε δοντάκια...

Επείγει να κερδίσω ένα λαχείο. Όχι για τίποτα σπουδαίο, να για τα απαραίτητα. Και για να οργανώσω το σπίτι μου, να φτιάξω βιβλιοθήκες κλπ. Γιατί όλο βρίσκεις και βρίσκεις πράγματα...

Το 1973 κάποιες μητέρες συμμαθητών μου κάθησαν και μάζεψαν λαϊκά παραμύθια, τα διασκεύασαν και τα εικονογράφησαν με μοτίβα από την Ελληνική Παράδοση και μυκηναϊκά ή μινωϊκά αγγεία, γεμίζοντας τις σελίδες με ναυτίλους, Αργοναύτες, σπείρες, χελώνες και καράβια. Μινιμαλιστικά, χρωματιστά, λιτά. Και τα έβγαλαν σε βιβλίο με τίτλο "17 Ελληνικά Λαϊκά Παραμύθια", Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήναι 1973. Το βρήκα πάλι σήμερα κι έπεσα σε ένα λαϊκό παραμύθι, ξαναγραμμένο με πολύ μεράκι απ' τις Αντιγόνη Ρίζου - Βαϊάνη και Λότη Πέτροβιτς - Ανδρουτσοπούλου. Του άλλαξα μόνο την ορθογραφία. Και σηκώνει πολλαπλές αναγνώσεις και από ενηλίκους:



Το Πενταράκι.

Μια φορά κι ένα καιρό, σ' ένα μακρινό χωριό, ζούσανε δυο γεροντάκια: ο γερούλης κι η γριά. Απ' τα χρόνια τα πολλά δεν είχανε πια δοντάκια. Είχαν μόνο λίγες τούφες άσπρα, κάτασπρα μαλλιά.

Ήτανε πολύ φτωχοί και για να 'χουνε φαΐ, πήγαινε κάθε πρωί η καημένη η γριούλα στου χωριού την εκκλησιά, για ν' ανάψει τα καντήλια, να μαζέψει τα κεριά, να σκουπίσει, να φροντίσει να 'ναι πάντα καθαρή. Κι οι καλοί συχωριανοί όλο και καμιά δραχμούλα της αφήναν στην τσεπούλα. Κι έτρεχε η γριά στο φούρνο κι έπαιρνε λίγο ψωμί.

Καθώς σκούπιζε μια μέρα στην αυλή της εκκλησιάς, βρίσκει ένα πενταράκι!

-Αχ!, σ' ευχαριστώ, Θεέ μου! είπε με χαρά η γριά. Να κι εγώ που βρήκα κάτι! Που 'χα τύχη μια φορά! Θα χαρεί το γεροντάκι και θα φάμε μια χαρά!

Κι έδεσε το πενταράκι μ' ένα κόμπο στο μαντήλι. Μπήκε μες στην εκκλησιά, άναψ' το στερνό καντήλι και τρεχάτη βιαστικά, πήγε για να πει στο γέρο στην αυλή τι είχε βρει!

Μόλις τ' άκουσε ο γέρος, έσπασε την κεφαλή του για να βρει τι ν' αγοράσουν. Λέει τότε η γριά:


-Ν' αγοράσω καρυδάκια;

Μα ο γέρος απαντά:

-Θα πετάξεις τα τσοφλάκια και δεν έχεις και δοντάκια!

Λέει πάλι η γριά:

-Ν' αγοράσω μυγδαλάκια;

Μα ο γέρος απαντά:

-Θα πετάξεις τα τσοφλάκια και δεν έχεις και δοντάκια.

Ξαναλέει η γριά:

-Ν' αγοράσω φουντουκάκια;

Μα ο γέρος απαντά:

-Θα πετάξεις τα τσοφλάκια και δεν έχεις και δοντάκια.

Τότε λέει η γριά:

-Ν' αγοράσουμε μελάκι!

Μα ο γέρος πάλι λέει:

-Θα κολλήσει στο πιατάκι.

-Θα κολλήσει στο πιατάκι, μα θα φάμε και λιγάκι!, λέει με πείσμα η γριά.

Κι αγοράσανε μελάκι! Πού να ξέρανε αλήθεια πως θα βρουν πολύ μπελά! Πήγε ο γέρος για να φάει, λαίμαργα και βιαστικά, με το στόμα του στο πιάτο! Και η μούρη του κολλά!

Πάει κι η γριά, κολλά...
πάει ο σκύλος και κολλά...
πάει η μύγα και κολλά...
πάει η κότα και κολλά...
πάει η κατσίκα και κολλά...
πάει ο γάιδαρος, κολλά...

Τι να κάνουν οι καημένοι, τράβαγε απ' τη μια ο ένας, κι ο άλλος τράβαγε απ' την άλλη. Μα κανένας δεν μπορούσε τη μουρίτσα του να βγάλει. Κι ήταν όλοι τους για γέλια, έτσι που ήταν μαζεμένοι, κολλημένοι με τα μέλια!

Μα στο τέλος δυνατά, δίνει μια γερή κλωτσιά ο Ψυρρής ο γαϊδαράκος. Και ξεκόλλησε ο γεράκος! Δίνει τότε άλλη μια, και ξεκόλλησε η γριά! Ξανακλώτσησε και πάλι και ξεκόλλησαν κι οι άλλοι. Μα από τότε η γριά με τον λαίμαργο γεράκο, το μελάκι απ' το πιάτο το 'τρωγαν με το κουτάλι!



© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen (προφέρεται Βάιν) 2 Απριλίου 2009, παγκόσμια ημέρα παιδικού βιβλίου και 204 χρόνια από την ημέρα γέννησης του Δανού παραμυθά Χανς Κρίστιαν Άντερσεν και με δανέζικη προφορά Χανς Κγέστιαν Άν[ε]σεν ή εν συντομία Χω Σε Άν[ε]σεν.

buzz it!

Δεν υπάρχουν σχόλια: