Τετάρτη, 29 Απριλίου 2009

Η Εύα στην Κόλαση


Αδοκήτως και χωρίς καμιάν προτέραν αιτία –ίσως γιατί το φευγιό (διανοητικό κυρίως) μου είχε γίνει έξη κι εμμονή παιδιόθεν, αποφάσισα (όπως και σ’ ένα όνειρο που είχα δει περί τα είκοσι χρόνια μου) ν’ ανέβω τη σκάλα που οδηγεί στον ουρανό.

Η εικόνα είχε αδρομερώς ως εξής: Μαύρες ηφαιστειογενείς πέτρες ξεπρόβαλλαν μέσα από νερά, και μια γυναίκα με μαλλιά λυτά, λύτρια των αινιγμάτων της μοίρας και ακταιωρός, (αυθαιρέτως την ονόμασα Λάχεση), έχριε ένα γυμνό βρέφος με νερό θαλασσινό ανάμεσα στα ανοιχτά πόδια της. Και μια σκάλα οδηγούσε απ’ τη θάλασσα στον ουρανό, με πορφυρά στα πλάγια μεταξωτά σχοινιά , σαν αυτά που χωρίζουν τα κλίτη στις εκκλησιές. Στο ένα άκρο της σκάλας, ήταν, λέει, βαθμίδες λαξευτές στο βράχο, κακοτράχαλες, δυσκολοδιάβατες, αποτρεπτικές. Και είπα μέσα μου «απ’ αυτά τα σκαλιά θ’ ανεβώ». Κι ενώ ανέβαινα, ασθμαίνοντας μονολογώ: «Μα τι ηλίθια! Δίπλα σου είναι τα σκαλοπάτια που φτάνει το πόδι σου...», μα δεν αποφάσιζα να κάνω το βήμα αυτό που θα μου έκανε την ανάβαση περισσότερο ξεκούραστη. Κι έφτασα στην κορυφή και βρέθηκα σε μια επικρεμάμενη στους ουρανούς πλατεία, σαν του Αγίου Μάρκου στη Βενετία. Κι είδα από κάτω τη θάλασσα και τους βράχους μέσα απ’ τα νερά και τον ήλιο να δύει κι είπα «καλή η ανάβαση!»


William Blake, H Σκάλα του Ιακώβ, 1799 – 1788, British Museum, Λονδίνο

Θεώρησα λοιπόν, η μουσόπληκτη, πως το όνειρο θα μπορούσε να μου χρησιμεύσει ως υλικό οιωνοσκοπίας και μαζοχιστικά άρχισα να περπατώ εκεί που θα μπορούσα να πετάξω και να χάνομαι στις κουκίδες και στη σημασία τους, κι ας μην ήμουν ποτέ λάτρης του πουαντιγισμού. Και αναλώθηκα σε δοκησισοφίες, προσπαθώντας να πείσω τον εαυτό μου πως όσο πιο ολιγαρκής είμαι, τόσες περισσότερες πιθανότητες έχω να είμαι ευδαίμων, ίσως κατάλοιπο των παιδικών μου χρόνων και των ιστοριών με τους αναχωρητές και τους στυλίτες, υπήρχε εξάλλου μια εποχή που ήθελα να καλογερέψω, μιμούμενη πότε το Θεοδόριχο τον ερημίτη που συναντά ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος, πότε το Γιάννη Γούναρη στην Αγιά Ελεούσα, που οι Τούρκοι του έσφαξαν γυναίκα και παιδιά, όταν αποκάλυψε στους καπεταναίους το σχέδιο της μυστικής εφόδου στο Μεσολόγγι, και πότε τους ιερούς νηπτικούς και τη Θαΐδα ή την Οσία Μαρία την Αιγυπτία, που αναζήτησαν στις ερήμους την οδό της μετανοίας. Εντούτοις, δεν αποφάσισα ποτέ από τι είχα μετανοιώσει.

Georges de La Tour, Μετανοούσα Μαγδαληνή (Büßende Maria Magdalena), 1625 - 1650, Συλλογή Wrightsman, Νέα Υόρκη – Μetropolitan Museum


Όταν έφτιαξα επιτέλους τη γυάλα μου στην οποία μάζεψα τα αγαπημένα μου φυλαχτά κι όταν επιτέλους ο τρόπος να ζω ευτυχισμένη εντός της απέδωσε, είπα «θα πάω σ’ άλλους τόπους». Αλλά δεν είχα αποφασίσει τι θα κάνω εκεί, υπήρχε όμως μια νεφελώδης εικόνα ευτυχίας, πάρα πολύ αόριστη βέβαια, αλλά αδιάφορο. Ύστερα, ήταν κι ένα κορίτσι που δε γνώριζα και δε με γνώριζε και μου λέει «να το κάνεις αυτό το ταξίδι» κι αν και υποδύομαι πως δεν ακολουθώ συμβουλές, αφουγκράστηκα τα σιβυλλικά λόγια μιας άγνωστης παιδίσκης. Τότε ακριβώς η Μοίρα στάθηκε απλόχερη και οι θεοί μου έδωσαν ό,τι είχα προτέρως ποθήσει. Κι άλλες τρεις γυναίκες μου είπαν «ταξίδεψε» και τις άκουσα, αλλά πάντα φοβόμουν τα ταξίδια που πραγματοποιούνται. Σαν εκείνον το γέροντα της ιστορίας, που σ’ όλη του τη ζωή ήθελε να πάει στο Παρίσι, κι όταν επιτέλους έκλεισε εισιτήριο και οι οικείοι του τον ξεπροβόδισαν στην αποβάθρα, ένα σταθμό πριν την πόλη των ονείρων του κατεβαίνει απ’ το τρένο και ταξιδεύει προς την αντίθετη κατεύθυνση, επιστρέφοντας και πάλι στο σπίτι του. Οι φίλοι τον είδαν κι απόρησαν «Μα, το ήθελες το ταξίδι τόσο πολύ!», «Ναι», τους απαντά εκείνος «αλλά σκέφτηκα πως αν πήγαινα, δε θα ονειρευόμουν πια να πάω στο Παρίσι».

Είδα μέρη που πάντα έλεγα «θα ξαναγυρίσω, να τα ξαναδώ», όμως δε γύριζα ποτέ. Κι όταν έκανα το ταξίδι κι είπα πως εδώ είναι η Ιθάκη μου και θα χτίσω τα παλάτια μου, ο άνεμος πήρε ό,τι είχα χτίσει στην άμμο από άμμο, γιατί η παραίσθησις μ’ έκανε να γυρίσω την πλάτη μου σε όλα που είχα χτίσει με πέτρες, θεμέλια και ιδρώτα.


Phoenix, λεπτομέρεια από τον κώδικα Aberdeen, 12ος αιώνας


Ο φοίνικας είναι ένα μυθικό πουλί που αναγεννάται απ’ την τέφρα του. Η γενιά μου κρατάει από αυτό το πουλί κι άρχισα να προσεύχομαι να ακούσω ξανά τη φωνή του, να ενωθώ μαζί του, να γίνω ένα μ’ αυτό που κράτησε τους προγόνους μου ζωντανούς σε χαλεπούς καιρούς.

Αλλά σίγασαν οι φωνές, ο κήπος γέμισε χορτάρια, βρύα και μούσκλια σκέπασαν τους τοίχους και βάτα σφάλισαν τις εξόδους και τα δέντρα δεν κάνουν πια καρπούς κι έχασα και το μαγικό σπαθί μου ν’ ανοίξω δρόμο στους ακάνθους. Μια Ντάμα Σπαθί χωρίς σπαθί είναι μια dame de compagnie ανάμεσα σε άγνωστους στρατιώτες να σε κοιτούν καχύποπτα, σα να είσαι κατάσκοπος. Χτυπάς το πόδι κάτω κι οδύρεσαι γιατί θες πίσω το σπαθί σου. Αλλά δεν ωφελεί. Μια Ντάμα Σπαθί που ονειρεύτηκε να γίνει Ντάμα Κούπα αλλάζοντας απλώς φορέματα -και χωρίς να έχει βρει το κύπελλο να πιει- δε δικαιούται να ομιλεί, γιατί το σπαθί της η ίδια το αντάλλαξε με πολλή επιμήθεια για ένα σακί σάπια μήλα. Φαίνονταν όμως ωραία στην όψη και νόμιζα πως τρώγοντάς τα θ’ αποκτήσω τη γνώση του καλού και του κακού. Έτσι μου είχε πει εκείνος ο Όφις.


© Eλένη Καλλιανέζου, Vejen 28 Απριλίου 2009

buzz it!

3 σχόλια:

takis είπε...

"Όμως μερικές φορές αναρωτιόμουν μήπως είχα κάνει τόσο δρόμο για να ανακαλύψω οτι αυτό που γύρευα ήταν κάτι που είχα αφήσει πίσω μου."

Τόμας Φ.Χορνμπάιν
Έβερεστ: Η Δυτική Ράχη

Αστερόεσσα είπε...

Τα είπε κι ο Coehlo στον "Αλχημιστή" του κι άλλοι πολλοί μέχρι τον Όμηρο και τον Καβάφη.

Δεν ωφελεί. Αν κάνεις το πίσω πορεία προς τα μπρος, πάλι αναρωτιέσαι αν το πρώην μπροστά σου και νυν πίσω σου είναι αυτό που γυρεύεις. Καταδικάζεσαι σε συνεχείς παλινδρομήσεις.

Το ερώτημα ποικίλλει κι αποκτά λίγο περισσότερο σασπένς, αν κάθε φορά παίρνεις και διαφορετικό δρόμο χωρίς να επιστρέφεις. Δεν παίρνεις απάντηση ποτέ βέβαια, αλλά τουλάχιστον το multiple choice των απαντήσεων σου δίνει την ψευδαίσθηση των πολλών επιλογών.

Υπάρχει βέβαια και το άλλο: Κάθε φορά που παίρνεις έναν δρόμο να ρίχνεις πίσω σου εκρηκτικά, ώστε να μην επιστρέφεις ποτέ στο σημείο εκκίνησης. Αυτοκαταστροφικό, εκτός κι αν είσαι ήρωας, αλλά ούτε κι αυτό το μαθαίνεις ποτέ.

Να γιατί αν δε φας ποτέ το ρημάδι το μήλο, ζεις μάκαρ. Αλλά πολύ λειψή αυτή η μακαριότητα. ~☺~

SITALKIS είπε...

Χρόνια Πολλά!!! Και μην το κουράζεις με σύνθετες σκέψεις. Η ζωή είναι πιο απλή...