Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παιδοφάγος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παιδοφάγος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 23 Μαΐου 2008

H Παιδοφάγος

Μια φορά κι έναν καιρό και στα παλιά τα χρόνια, ζούσε μια χήρα που τη λέγαν Κατινιώ κι είχε έναν γιο το Γιάννη.
-Τράβα, γιε μου στο δάσος να φέρεις ξύλα για το τζάκι, του λέει, αλλά τα μάτια σου δεκατέσσερα, μη σε φάει η Παιδοφάγος.
-Καλά μάνα, λέει ο Γιάννης και τραβάει για το δάσος.
Μάζεψε φρύγανα τα ζάλωσε πάνω στο γαϊδούρι, αλλά την ώρα που έδενε το δεμάτι ακούει μια φωνή:
-Γιάννη – Γιάννη, βόηθα κι εμένα τη φτωχιά και σκάλωσε το μαντήλι μου στη βατομουριά.
Κάνει έτσι ο Γιάννης, βλέπει μια γριά με μια καμπούρα τόσο μεγάλη, που μέσα της είχε χαθεί το κεφάλι της.
«Α, την κακομοίρα», λέει ο Γιάννης και κάνει μια έτσι να της πιάσει το μαντήλι.
Την ώρα που πολέμαγε να το ξεσκαλώσει απ’ τις βατουλιές πετάει ένα πουλί και του λέει:
-Γιάννη, Γιάννη παλικάρι και της Κατινιώς λεβέντη
μηδέ γριά μηδέ φτωχιά, μον’ είν’ η Παιδοφάγος.
Πάει να της δώσει το μαντήλι κι ανοίγει εκείνη το στόμα της που μέσα γυάλιζαν δεκαεπτά σειρές δόντια κι ετοιμάζεται να τονε κάνει μια χαψιά. Το βλέπει ο Γιάννης και της χώνει μάνι μάνι μέσα στο στόμα ένα κλαρί κυπαρισσιάς, κάνει η Παιδοφάγος να κλείσει το στόμα της, δεν έκλεινε με τίποτα. Δίνει και μια στα πισινά του γαϊδάρου ο Γιάννης και ροβολάνε πάλι για το χωριό.

Μια μέρα λέει πάλι η Κατινιώ στο Γιάννη:
-Τράβα, τζιέρι μου να αγοράσεις αλεύρι στο μύλο, αλλά το νου σου μη σε βρει και σε φάει η Παιδοφάγος.
-Καλά μάνα, λέει ο Γιάννης και τραβάει κατά το μύλο.
Πάει να βρει το μυλωνά, στη θέση του βλέπει μια χοντρή γυναίκα.
-Γεια σου, Γιάννη παλικάρι και της Κατινιώς λεβέντη, του λέει αυτή. Εγώ είμαι η γυναίκα του μυλωνά. Τι θες;
-Αλεύρι.
-Πόσο;
-Δέκα οκάδες.
-Δε βλέπω καλά, του λέει του Γιάννη κι είμαι και κουτσή, άντε να το βάλεις στη σακούλα μοναχός σου.
Την ώρα που γέμιζε το σακούλι του με τ’ αλεύρι, βγαίνει το γατσούλι του μύλου και του λέει:
-Γιάννη – Γιάννη παλικάρι και της Κατινιώς λεβέντη
μηδέ κουτσή μηδέ στραβή, μόν’ είν’ η Παιδοφάγος.
Kαθώς λοιπόν έσκυβε να γεμίσει τη σακούλα του με το αλεύρι, τη βλέπει να ανοίγει μια στοματάρα σαν πηγάδι και μέσα γυαλίζανε σαράντα σειρές δόντια κοφτερά.
Πηδάει σβέλτα την αρπάζει απ’ το φουστάνι, βάζει επάνω και τη μυλόπετρα, παίρνει και τ’ αλεύρι κι όπου φύγει φύγει ο Γιάννης και την άφησε να σκούζει.

Τρίτη φορά λέει πάλι η Κατινιώ στο Γιάννη:
-Μαρέ, γιε μου κανακάρη, άντε στη θάλασσα να ψαρέψεις κανένα ψαράκι να φάμε.
Πάει ο Γιάννης στη θάλασσα, μπαίνει στο βαρκάκι και τραβάει κουπί για τ’ ανοιχτά.
Την ώρα που άπλωνε τα παραγάδια του, βλέπει να ξεπροβάλλει μέσα απ’ τα νερά μια πανώρια γοργόνα.
-Γιάννη – Γιάννη παλικάρι και της Κατινιώς λεβέντη, έχασα το χτενάκι μου μες στα θαλασσοσπήλια κι αν μου το βρεις, πέντε φιλιά θα πάρεις.
Δίνει ο Γιάννης μια βουτιά να της πιάσει της ωραίας κυράς το χτενάκι, κι όταν της το ‘δωσε, έρχεται αυτή να τον φιλήσει. Και μέθυσε ο Γιάννης με το φιλί κι ούτε που πήρε χαμπάρι, ότι εκείνη ήδη του ροκάνιζε το ένα αυτί.

__________


Σημ: «Η Παιδοφάγος» ήταν ένα μυθιστόρημα που γράφτηκε από το Δημήτρη Καραγιαννάκο. Τι ακριβώς διαπραγματευόταν δεν έμαθε ποτέ κανείς, γιατί οι κόρες του, όταν ήταν μικρές, βρήκαν το χειρόγραφο στο μπαούλο και το έκαναν σαΐτες.



© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen, 23 Μαΐου 2008

buzz it!